Η φωτογραφία- Ιστορίες της Θεσσαλονίκης 1
Του Νίκου Μόσχοβου
Συγγραφέα

Κάθε βράδυ πήγαινε ο ηλικιωμένος άνδρας στην Πλατεία Άθωνος, που βρίσκεται μέσα στην παλαιά αγορά της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να πουλήσει την πραμάτειά του. Τα τελευταία χρόνια έκανε πάντα το ίδιο δρομολόγιο και προσπαθούσε να πουλήσει διάφορους ψηφιακούς δίσκους μουσικής στους πελάτες των εστιατορίων, που λειτουργούσαν στην πλατεία αυτή.
Ο ανελέητος χρόνος
Είχε περάσει πλέον τα ογδόντα χρόνια, αλλά ακόμα εργαζόταν και περιφερόταν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, αφού τα χρήματα από τη σύνταξη δεν του έφταναν για να ζήσει. Στα νιάτα δούλεψε σε ποικίλες δουλειές κι εργάστηκε ως ψήστης, υδραυλικός, μπετατζής, φορτοεκφορτωτής και καθαριστής.
Δεν ενδιαφερόταν, όμως, τότε να κολλήσει ένσημα, για να εξασφαλίσει μία καλή σύνταξη για τα γεράματα. «Έχει αύριο ο Θεός για εμάς», έλεγε πάντοτε στη γυναίκα του, όταν εκείνη επέμενε να «κολλήσει» ένσημα.
Η κλεψύδρα του χρόνου «άδειαζε σιγά – σιγά » την άμμο, η οποία δεν αφήνει ποτέ τα σημάδια πίσω της και τα χρόνια πέρασαν χωρίς να το καταλάβει, αλλά με τα χρήματα που αποκόμισε από τις διάφορες δουλειές, μπόρεσε να ζήσει την οικογένεια του, καθώς και να σπουδάσει τα δύο παιδιά του.
Το αγόρι σπούδασε φυσικός και η κοπέλα έγινε γιατρός, αλλά λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα ξενιτεύτηκαν αμφότερα και έκαναν τώρα καριέρα στο εξωτερικό.
Εκεί στα ξένα δημιούργησαν τα παιδιά τις δικές τους οικογένειες, αλλά εδώ και καιρό έπαψαν να επικοινωνούν μαζί του, παρά τις θυσίες, τις οποίες έκανε όλα αυτά τα έτη για να τα μεγαλώσει και τα σπουδάσει.
Η αχάριστη συμπεριφορά των τέκνων του πείραξε πολύ, αλλά ποτέ δεν το εκδήλωσε ή την εξέφρασε με λόγια προς τη σύζυγό του, σε συγγενείς ή φίλους.
Μονάχα ήθελε να του τηλεφωνήσουν τα παιδιά στο σπίτι, για να του πουν μόνο ένα «γειά» ή τη φράση «είμαστε καλά». Εκείνα δεν το έπραξαν ποτέ, αλλά ως πατέρας πάντοτε τα δικαιολογούσε,λέγοντας στη σύζυγό του ότι: «Έχουν πολλές δουλειές, ας είναι καλά. Δε με πειράζει».
Το «σαράκι», όμως, τον «έτρωγε» μέσα του.
Η απώλεια
Κάποτε «ήρθε το «πλήρωμα του χρόνου» και «στους ουρανούς φτερούγισε» η σύντροφός του. Τότε, τα παιδιά «ήρθαν» στη Θεσσαλονίκη μόνο για τη κηδεία της μητέρας τους και μετά γύρισαν στις χώρες, όπου είχαν «φτιάξει» τα καινούρια σπιτικά τους. Μα, και πάλι τα δύο αδέλφια δεν ένιωσαν την ανάγκη να έχουν μια επικοινωνία με τον πατέρα τους και δεν του τηλεφωνούσαν
Έμεινε, λοιπόν, πλέον μόνος στη Θεσσαλονίκη με τις αναμνήσεις της άλλοτε οικογενειακής ζωής να τον «συντροφεύουν» στη καθημερινότητα και του θυμίζουν τις στιγμές.
Ο διάλογος
Σαν ήταν μόλις εχθές, που θυμόταν τα λόγια της: «Κόλλα ένσημα» κι εκείνος της είχε πάντοτε έτοιμη την απάντηση: «Καλά θα πάω αύριο», Μα τα χρόνια πέρασαν σα μονορούφι.
Και εκείνος δεν ενόχλησε ποτέ και τα παιδιά στα ξένα για να τους ζητήσει χρήματα για επιβιώσει. Δε τηλεφώνησε, λοιπόν, ποτέ στα παιδιά να τον βοηθήσουν, γιατί δεν ήθελε να τα επιβαρύνει με τα «βάσανά του.
Φρόντισε, λοιπόν, από μόνος του να του κολλήσει ένσημα κάποιος παλαιός εργοδότης και έτσι μπόρεσε να του χορηγηθεί μια ισχνή σύνταξη. Δε κατάλαβε ποτέ πως πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια και «έφτασε» στο οριακό σημείο να γίνει ένας γυρολόγος πωλητής για να επιβιώσει και να έχει ένα πιάτο με φαγητό.
Έτσι, ο ηλικιωμένος άνδρας γυρνούσε τώρα με τρεμάμενο χέρι από τραπέζι σε τραπέζι και έτεινε την πραμάτεια του, που ήταν ψηφιακοί δίσκοι με ελληνικά ή ξένα τραγούδια στους θαμώνες μίας ψησταριάς.
Τότε ένας άνδρας μιας παρέας, που καθόταν σε ένα εκ των τραπεζιών του φώναξε δυνατά: «Φύγε, γέρο μας ενοχλείς». Αυτός, δεν του ανταπάντησε και δεν «έβγαλε ούτε ένα κιχ».
Ύστερα, απλώς χαμήλωσε το κεφάλι κι έφυγε για το διπλανό μαγαζί.
Η ζωή
Το ίδιο συνέβη πάλι, και στη διπλή ταβέρνα, όπου κανένας από τους θαμώνες δεν του έδωσε σημασία.
Μάλιστα, δύο ανδρόγυνα καθόταν σ’ ένα από τα τραπέζια κι απολάμβαναν τα γευστικά κοψίδια, , ενώ μιλούσαν δυνατά για την επόμενη ταινία, που θα έβλεπαν μετά στο σινεμά .
Κουβέντιαζαν σχετικά με το σπουδαίο σκηνοθέτη, ο οποίος «γύρισε» ένα φιλμ ύμνο για τον άνθρωπο και τις δυσκολίες της ζωής. Ένας από τους άνδρες έλεγε προς τους παρευρισκόμενους του τραπεζιού πως «ανυπομονούσε να δει την ταινία που εξιστορούσε το πως είναι πραγματικά η ζωή».
Εκείνη τη στιγμή έτεινε ο ηλικιωμένος πωλητής την πραμάτεια του προς το τραπέζι τους, αλλά τότε ο ομιλητής του έκανε ένα νεύμα να φύγει από κοντά τους, λέγοντας: «Δε βλέπεις πως μιλάμε; Μας κόβεις την κουβέντα».
Την ίδια στιγμή παρατήρησε ο σερβιτόρος το τι συνέβη και «έριξε» μία «θυμωμένη» ματιά όλο νόημα προς τον γέροντα, τον οποίο πλησίασε του είπε «κοφτά»: «Φύγε, μας χαλάς την ατμόσφαιρα του μαγαζιού».
Ο ηλικιωμένος γυρολόγος δεν αντέδρασε στα λόγια του σερβιτόρου, αλλά πήρε το σακίδιό του και πήγε απέναντι στα τραπέζια μίας άλλης ταβέρνας.
Η αόρατη φιγούρα
Ο γέροντας έτεινε ξανά και ξανά το χέρι με τους ψηφιακούς δίσκους παρακαλώντας τους θαμώνες να αγοράσουν από την πραμάτειά του. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Όλοι οι θαμώνες των τραπεζιών έτρωγαν τον περίδρομο και αγνοούσαν την παρουσία του. Ήταν αόρατος για αυτούς και δεν του έδινε κανείς σημασία.
Αυτός, όμως, συνέχιζε να τριγυρνά ανάμεσα στους θαμώνες και στα τραπέζια. Κάποια στιγμή πλησίασε σε ένα από τα τραπέζια, όπου μια παρέα νεαρών τραγουδούσε ρεμπέτικα για τη φτωχολογιά και για την εργατιά, ενώ έπιναν ρετσίνα, καθώς και συνέτρωγαν σουβλάκια. Μα, ούτε κι εκείνοι αγόρασαν κάτι από τον γέρο.
Η κοπελιά
Σε ένα άλλο τραπέζι καθόταν μία κοπελιά με μαύρα χυτά μαλλιά. «Παππού, έλα εδώ» του φώναξε η νεαρή. Ο γέρος με τους ψηφιακούς δίσκους πλησίασε κοντά της. Οι ματιές του γέρου και της κοπέλας διασταυρώθηκαν. Εκείνη είδε όλη τη λύπη, που «καθρεπτιζόταν» στα μάτια του γέροντα. «Παππού, να πάρε αυτά τα 20 ευρώ να φας κάτι, δε θέλω να αγοράσω κάτι» του είπε η κοπελιά, η οποία άφησε το χαρτονόμισμα μέσα στη ροζιασμένη παλάμη του.
Η αδυσώπητη πραγματικότητα
«Ευχαριστώ», απάντησε ξέψυχα ο ηλικιωμένος λιανοπωλητής, ο οποίος προσπαθούσε μάταια να «κρύψει» τη ντροπή, που «αντικατοπτριζόταν» στα μάτια του.
Μετέπειτα, ο γέρος χωρίς να πει άλλη λέξη, έβαλε το σάκο στον ώμο του κι απομακρύνθηκε βιαστικά στο σοκάκι. Σιγά – σιγά «έσβηναν» πίσω του οι ήχοι από τα ρεμπέτικα, τα οποία τραγουδούσαν οι παρέες.
Τα δάκρυα «αυλάκωσαν» το πρόσωπο του ηλικιωμένου άνδρα. Ένιωθε πλέον ότι ήταν ένα τίποτα κι αποτελούσε ένα μηδενικό, για το οποίο δε νοιαζόταν κανείς. Ύστερα, ακούμπησε το σώμα του στο παγκάκι κι άφησε τον σάκο να «πέσει» χάμω. Από την τσέπη του σακακιού έβγαλε το πορτοφόλι του κι έβαλε μέσα το χαρτονόμισμα των 20 ευρώ.
Η φωτογραφία
Ο γέρος λιανοπωλητής κάθισε στο παγκάκι για να ξεκουραστεί, αλλά ένιωσε ξαφνικά ένα πόνο στο στήθος. Με κόπο μπόρεσε από το πορτοφόλι να «βγάλει» τη φωτογραφία της γυναίκας του. Ο πόνος στο στήθος ξαναγύρισε πιο οξύς. Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι στο παγκάκι. Το χέρι του ηλικιωμένου λιανοπωλητή «άνοιξε» και το αεράκι «σήκωσε» τη φωτογραφία, η οποία «φτερούγισε» στο σκοτάδι, που «τύλιγε» το διπλανό σοκάκι.
Ακολουθώντας μια ολιγόλεπτη διαδρομή και στριφογυρνώντας η φωτογραφία προσγειώθηκε τελικά ακριβώς στο σημείο, όπου καθόταν η κοπελιά.
Η αρχή ή το τέλος;
Εκείνη την έπιασε στα χέρια της, κι αναρωτήθηκε ποια να ήταν αυτή η γυναίκα, που απεικονιζόταν στη φωτογραφία. Αναρωτήθηκε, μάλιστα, ποιος να είχε χάσει αυτή τη φωτογραφία, την οποία έβαλε στην τσάντα της, ενώ υποσχέθηκε πως όσο κι αν ήταν δύσκολο να ψάξει να βρει τον κάτοχο της.
Τότε, σα να της φάνηκε ότι από πίσω άκουσε μια φωνή, που της φαινόταν γνώριμη να της ψιθυρίζει: «Ένα ευχαριστώ μέσα από τη καρδιά μου».
Εκείνη γύρισε, μα δεν είδε κανένα να στέκεται στο σημείο, απ’ όπου άκουσε τη φωνή. Η κοπέλα απλώς χαμογέλασε, ενώ ένιωσε μια γλυκιά αίσθηση μαζί με μια ζέση μονομιάς να την πλημμυρίζουν.
©Νίκος Μόσχοβος 2026.Tο διήγημα αυτό αποτελεί μέρος καινούργιου έργου του Νίκου Μόσχοβου, που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα και το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι διαθέσιμο δωρεάν προς το κοινό ως γνωριμία με το πεζογραφικό έργο του.

