Η έξοδος
Από μυθιστόρημα
του Νίκου Μόσχοβου

-Χαλ, μη βγαίνεις έξω. Σε λίγο ο ήλιος ανατέλλει, φώναξε εκείνη.
-Πρέπει να πάω, Τρέισι. Μείναμε χωρίς τρόφιμα. Το πολυκατάστημα απέχει ελάχιστα και είναι 24 ώρες ανοικτό. Θα γυρίσω αμέσως, τη καθησύχασε.
-Πρόσεξε, ντύσου καλά. Φόρεσε τα μαύρα γυαλιά, του είπε.
-Ευχαριστώ θα τα ξεχνούσα, της ανταπάντησε.
Ύστερα, φιλήθηκαν. Ο άνδρας τραβήχτηκε πρώτος και της χάιδεψε τα μαλλιά. Τη κοίταξε στα μάτια και της χαμογέλασε. Άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού και βγήκε έξω στο δρόμο, όπου βάδιζε όλο γρηγορότερα για να προλάβει την ανατολή του ήλιου. Ήξερε ότι διέθετε λίγη ώρα για να πάει στο πολυκατάστημα και να γυρίσει στο σπίτι.
Έτρεχε μαζί με το καρότσι για τα ψώνια. Λαχάνιασε.
Οι φωτεινές ακτίνες του ήλιου ξεπρόβαλαν αχνά πίσω από το βουνό. Τις είδε. Πανικοβλήθηκε. ΄Έτρεξε ακόμη δυνατότερα, αλλά ξαφνικά έχασε την ισορροπία του. Τα μαύρα γυαλιά του άνδρα και έπεσαν έσπασαν σε χίλια κομμάτια.
Αισθάνθηκε τις ακτίνες να του καίνε τα μάτια. Ούρλιαξε από το πόνο. Πονούσε αφόρητα. Ο άνδρας έπεσε χάμω, με πολύ κόπο γύρισε ανάσκελα, έβαλε όλη τη δύναμη στα πόδια και επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά ο πόνος ολοένα και μεγάλωνε. Δε τα κατάφερε. Έμεινε στο έδαφος.
Ύστερα, ο άνδρας έβαλε τα χέρια μπροστά από το πρόσωπο για να προφυλαχτεί από την υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου και μήπως μπορέσει να μειώσει τον πόνο.Αυτή η κίνηση δεν τον ωφέλησε.
-Τρέισι!, ψέλλισε ο Χαλ με όση δύναμη του είχε απομείνει και σε μια στιγμή είδε νοερά όλο το παρελθόν να περνά από μπροστά του. Ύστερα, το κεφάλι του άνδρα έσκασε σα βόμβα και οι πίδακες του αίματος ξεπήδησαν. Τα ανθρώπινα μυαλά σκορπίστηκαν ολούθε και έβρασαν επάνω στο οδόστρωμα, όπου γρήγορα μετατράπηκαν σε κάρβουνο.
Ένα απαλό αεράκι φύσηξε ξαφνικά και πήρε τη στάχτη μακριά.
©Νίκος Μόσχοβος 2026. Το απόσπασμα αυτό αποτελεί μέρος ενός εκ των μυθιστορημάτων του Νίκου Μόσχοβου, τα οποία προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα, ενώ διανέμεται για δωρεάν ανάγνωση προς το κοινό ως γνωριμία με το συγγραφικό έργο του.

