Ομιλία του Νίκου Μόσχοβου με θέμα «Λογοτεχνία και Κινηματογράφος» στη Λέσχη Κινηματογράφου του ΕΚΘ

«Όταν τα φώτα κλείνουν
βυθίζομαι
παρασύρομαι
οι εικόνες χορεύουν μπροστά μου
και ψιθυρίζω τα λόγια
σα να ήταν
μόλις χθες
μόλις σήμερα
γελώ και δακρύζω
ώρες ατελείωτες
όταν τα φώτα κλείνουν».Ν.Μ.
Για τη σχέση μεταξύ του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας είναι ένα θέμα, που εξετάστηκε εξονυχιστικά, χιλιάδες φορές μέσα από τα γραπτά κείμενα και εστί χιλιοειπωμένο. Τι άλλο να προσθέσει κανείς; Άραγε, από μπορεί να αρχίσει κανείς να «ξετυλίγει» το «κουβάρι» της ιστορίας του σινεμά και που να δύναται να το ολοκληρώσει ως θέμα τη σχέση, που έχει με τη λογοτεχνία;
Η απαρχή
Οι αδελφοί Ωγκύστ και Λουί Λυμιέρ έδωσαν το 1895 στην ανθρωπότητα ένα μεγάλο δώρο με τη κατασκευή και την παρουσίαση της πρώτης κινηματογραφικής μηχανής λήψης, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ.Με την εφεύρεση αυτή έδωσαν τα δύο αδέλφια τη δυνατότητα να μετουσιωθούν οι ιστορίες σε εικόνες, οι οποίες μέχρι καιι τότε ήταν αποτυπωμένες σε χιλιάδες τόνους παπύρου και χαρτιού. Μετέπειτα, «βλέπουμε» τον Ντ. Γ. Γκρίφιθ ( 1875–1948) να μας δίνει παραστατικά το κοντινό πλάνο, το φλας μπακ, το παράλληλο μοντάζ και τα πανοραμικά πλάνα μέσα από την ταινία με τίτλο: «Γέννηση ενός έθνους»(1915).
«Παρακολουθούμε» τον Τσάρλι Τσάπλιν να «σκιαγραφεί» για πρώτη φορά στις 2 Φεβρουαρίου του 1914 τον Σαρλό, τον αιώνιο αλήτη και περιπλανώμενο με τη καλή καρδιά.
Αυτά τα χρόνια του «βωβού» σινεμά ( σ.σ. από τα μέσα της δεκαετίας του 1890 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1920) αποτελούν οι γραπτές ατάκες ένα ιδιαίτερο μέρος της εξέλιξης της ιστορίας της κάθε ταινίας.Οι ατάκες αυτές «συνοδεύονται» στη κάθε προβολή του φιλμ από την παρουσία της «ζωντανής» μουσικής, ενώ τα κείμενα μέσα από τις παρουσιαζόμενες ετικέτες στο πανί της μεγάλης οθόνης συνέθεσαν ένα ξεχωριστό σημείο αναφοράς για την απόδοση της ατμόσφαιρας της εξελισσόμενης ιστορίας.
Λογοτέχνες και Σκηνοθέτες
και ο γραπτός λόγος στο κινηματογράφο
Πολλοί δημιουργοί της 7ης Τέχνης συνέδεσαν το όνομά τους με τη λογοτεχνία ή και αντίστροφα πολλοί «μάστορες» του γραπτού λόγου «κατέθεσαν» πολλά κινηματογραφικά σενάρια. Ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις αναφέρουμε:
♦ Τον Γάλλο ποιητή, μυθιστοριογράφο, θεατρικό συγγραφέα, ζωγράφος και σκηνοθέτη, Ζαν Κοκτώ, (5 Ιουλίου 1889 – 11 Οκτωβρίου 1963), που αποτέλεσε ένας από τους πολυσχιδείς καλλιτέχνες της Γαλλικής Πρωτοπορίας.
♦ Το γεννήτορα της Αμερικανικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας, σεναριογράφο, δημοσιογράφο, συγγραφέα. πεζογράφο και κριτικό κινηματογράφου Ντάσιελ Χάμετ ( 27 Μαΐου 1894 – 10 Ιανουαρίου 1961), ο οποίος έγραψε την υπόθεση της θρυλικής ταινίας του σκηνοθέτη, Τζον Χιούστον (1941), «Το Γεράκι της Μάλτας».
♦Τον 78χρονο Αμερικανό συγγραφέα, Στίβεν Κινγκ, ο οποίος ο ίδιος έγραψε, παρήγαγε καισκηνοθέτησε πολλά σενάρια ταινιών ή σειρών επιστημονικής φαντασίας και τρόμου.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί σκηνοθέτες πήραν την πένα στα «χέρια τους» και με την οποία έγραψαν το σενάριο των ταινιών τους. Από τους «μάστορες» του ομιλούντα ασπρόμαυρου και έγχρωμου κινηματογράφου αναφέρουμε ενδεικτικά:
♦Τον 79χρονο Αμερικανό σκηνοθέτη, σεναριογράφο-παραγωγό ταινιών, Στίβεν Σπίλμπεργκ.
♦Τον Γάλλο κριτικό, σκηνοθέτη, σεναριογράφο και ηθοποιό,Φρανσουά Τρυφώ (6 Φεβρουαρίου 1932 – 21 Οκτωβρίου 1984), ο οποίος πρωτοστάτησε στο νέο κύμα του Γαλλικού σινεμά.
♦Τον Σουηδό σκηνοθέτη-σεναριογράφο, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν 14 Ιουλίου 1918 – 30 Ιουλίου 2007), που επιχείρησε μια ψυχανάλυση της ανθρώπινης προσωπικότητας μέσα από τα φιλμ του.
♦ Τον Γάλλο σκηνοθέτη και κωμικό, Ζακ Τατί (9 Οκτωβρίου 1907 – 4 Νοεμβρίου 1982), ο οποίος συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πρωτοποριακές μορφές του σύγχρονου σινεμά.
♦Τον 78χρονο Αμερικανό σκηνοθέτη,σεναριογράφο, παραγωγό, μοντέρ και συνθέτη, Τζον Κάρπεντερ, o οποίος θεωρείται ένας από τους «ιέρακες» των ταινιών επιστημονικής φαντασίας και τρόμου με έντονο το στοιχείο της αναφοράς στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα.
Το θεμέλιο του κινηματογράφου
Οι περισσότεροι κριτικοί του κινηματογράφου συγκλίνουν στην άποψη ότι: «Χωρίς τη συγγραφή ενός σεναρίου ή του κειμένου θεατρικού έργου ή ενός μυθιστορήματος θα ήταν αδύνατη η οποιαδήποτε δημιουργία μίας ταινίας»!Άλλωστε, κατά καιρούς, πολλά αναγνωρισμένα ή λιγότερο γνωστά λογοτεχνικά έργα «ζωντάνεψαν» στην μεγάλη οθόνη, όπως είναι:
♦Το μυθιστόρημα «Το Σπίτι των Πνευμάτων» της 78χρονης Χιλιανής συγγραφέως, Ιζαμπέλ Αλιέντε και το οποίο «μεταφέρθηκε» το 1993 ως μια δραματική ταινία εποχής από το σκηνοθέτη τον Μπίλε Όγκουστ.
♦ Η θεματολογία των πεζών έργων και διηγημάτων του κορυφαίου Αμερικανού ποιητή και πεζογράφου, Έντγκαρ Άλαν Πόε (19 Ιανουαρίου 1809, Βοστώνη – 7 Οκτωβρίου 1849) που απασχολεί από το 1928 μέχρι και σήμερα τη κινηματογραφική βιομηχανία.
♦ Το μυθιστόρημα «Η Αβάσταχτη Αλαφρότητα του Είναι» του Τσέχου Συγγραφέα, Μίλαν Κούντερα, το οποίο «ζωντάνεψε» το 1988 στη μεγάλη οθόνη υπό τη σκηνοθετική ματιά του Φίλιπ Κάουφμαν, καθώς και πολλά άλλα).
Τα μυθιστορήματα μεταφέρθηκαν καρέ-καρέ στο σινεμά, αφού κάλυπταν κάθε θέμα, που απασχολούσε την κοινωνία, δηλαδή:
♦Τον τρόμο μπροστά σε ότι δε μπορεί να κατανοήσει ο άνθρωπος («Ο Δράκουλας»).
♦Την αγάπη («Ανεμοδαρμένα Ύψη»).
♦Την αδικία, που ισχύει και σήμερα απέναντι στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα («Τα σταφύλια της Οργής»).
♦ Την προστασία του άλλου και του διαφορετικού («Ο Εξωγήινος ΕΤ»).
Τα κλασσικά λογοτεχνικά έργα στο σινεμά
Αλλά, δια του σελιλόιντ «αποτυπώθηκαν» καρέ με καρέ τα αθάνατα κλασσικά έργα. τα οποία «μεταφέρθηκαν» κατά καιρούς στις οθόνες των κινηματογραφικών αιθουσών, όπως είναι τα αριστουργήματα του Ομήρου ή των αρχαίων Ελλήνων τραγωδών ,του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, του Βίκτωρος Ουγκώ, καθώς και του Ιουλίου Βερν.Τα αθάνατα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας «αποτυπώθηκαν» άλλοτε με σαφήνεια και ενίοτε με λιγότερη πιστότητα στη μεγάλη οθόνη, γνωρίζοντας την περισσή αποδοχή ή την απόρριψη από το κοινό.
Πάντοτε, όμως, με την προβολή ενός αθάνατου κλασικού έργου στις κινηματογραφικές αίθουσες αναδεικνύεται ως εσαεί επίκαιρο προς συζήτηση το ίδιο θεωρητικό ερώτημα.
Πότε θεωρείται επιτυχημένη ή αποτυχημένη η «μεταφορά» ενός λογοτεχνικού κειμένου και ιδιαίτερα ενός κλασσικού πεζού ή ποιητικού έργου στο σινεμά;
Οι απαντήσεις ποικίλουν και το θέμα θα παραμένει πάντοτε «ανοικτό» προς συζήτηση , όσο θα εξελίσσεται η σχέση μεταξύ του κινηματογράφου, της τεχνολογίας και της κοινωνίας.
Η ποίηση στο κινηματογράφο
Και η ποίηση σαν ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος,πως συνδέθηκε με τον κινηματογράφο;
Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι πολυσύνθετη, αφού μέσα στο διάβα του χρόνου η σχέση κινηματογράφου και ποίησης πήρε πολλές μορφές. Έτσι, είδαμε πολλές φορές έναν ή μια ηθοποιό να υποδύονται ένα-μια συγγραφέα ή ποιητή ή και ποιήτρια.Παράλληλα, η ποίηση αποτέλεσε ενίοτε τον κεντρικό «καμβά» ενός σεναρίου μιας ταινίας, π.χ. αυτό συνέβη στην ταινία «Ο κύκλος των Χαμένων Ποιητών», που παρήχθη το 1989, σε σκηνοθεσία του Πίτερ Γουίαρ με σεναριογράφο τον Τομ Σούλμαν.
Το σενάριο και το σινεμά
Στη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή, όμως, αποτελεί το σενάριο ένα αυτόνομο κομμάτι της δημιουργικής γραφής. Οι σεναριογράφοι σε όλο το κόσμο εξειδικεύονται ολοένα και περισσότερο σε τρία συγκεκριμένα πεδία δράση, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα:
♦Τους ειδικούς, οι οποίοι γράφουν όλο το σενάριο μιας ταινίας από την αρχή έως και το τέλος.
♦Εκείνους, που διαμορφώνουν μόνο τις ατάκες των ηθοποιών.
♦Αυτούς, που διασκευάζουν ένα λογοτεχνικό ή θεατρικό ή ποιητικό έργο, ώστε αυτό να «μεταφερθεί» στο σινεμά.
Και κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της ροής της ιστορίας της νέας ταινίας «εμφανίζεται» συνεχώς ένα άλλο θεωρητικό ερώτημα- πρόβλημα:Πόσο ένας ειδικός, που γράφει τις ατάκες για τους ηθοποιούς , μπορεί να μπει στο «πετσί» των χαρακτήρων, τους οποίους «γέννησε» ο σεναριογράφος ή ο μυθιστοριογράφος, ώστε να τους κατανοήσει;
Βέβαια, αρκετές φορές δίδεται μια πιο ισορροπημένη πρακτική απάντηση στο συγκεκριμένο πρόβλημα, αφού σε ένα μόνο πρόσωπο υπάρχει η ταύτιση στο πεδίο των ρόλων του συγγραφέα ,του σεναριογράφου και του δημιουργού των διαλόγων. Εξάλλου, τις τρεις αυτές δημιουργικές ιδιότητες μπορεί να «συγκεντρώνει» ο ίδιος ο σκηνοθέτης του φιλμ.
Ο στίχος και το σινεμά
Άλλοτε, όμως, τα τρία αυτά επίπεδα της δημιουργικής γραφής ξεχωρίζονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της υλοποίησης ενός κινηματογραφικής ταινίας. Τότε αποτελούν το αποτέλεσμα της δουλειάς τριών διαφορετικών ανθρώπων, που θα πρέπει να ισορροπήσουν με το λογοτεχνικό κείμενο, αλλά και μεταξύ τους. Μα η σχέση μεταξύ του λογοτεχνίας και του κινηματογράφου διανύει και άλλα «μονοπάτια». Ένα από αυτά είναι η σχέση ανάμεσα στους στίχους ενός συγκεκριμένου τραγουδιού, που αποδίδει το «πνεύμα» μιας ταινίας.
Αναφερόμαστε στους στίχους του λεγόμενου «σάουντρακ», δηλαδή του κεντρικού τραγουδιού μίας ταινίας, που αποτελεί πλέον απαραίτητο μέρος της κινηματογραφικής διαδικασίας, Το «σάουντρακ» αποτελεί συγχρόνως ένα τμήμα της ταυτότητας και του «κατατεθέντος σήματος»..Συνάμα, το ίδιο τραγούδι αποτελεί τμήμα του διαφημιστικής και εμπορικής προώθησης της ύλης της κάθε ταινίας προς «άγραν» περισσότερων πελατών-καταναλωτών μέσω της αγοράς της πρωτότυπης ή εμπεριεχόμενης μουσικής του εκάστου φιλμ.
Στο «κυνήγι» αυτό του μεριδίου της αγοράς συντελούν με τις συνθέσεις τους και οι σταρ της σύγχρονης μουσικής, όπως είναι οι Μπρους Σπρίνγκστιν, Μπράιαν Άνταμς, Πρινς, Έλτον Τζον, Oueen, Φιλ Κόλινς κ.α.)Φυσικά, οι μελοποιημένοι στίχοι δια της μουσικής «έντυσαν» ποικιλόχρωμα τον κινηματογράφο ενώ «σημάδεψαν» πολλές ταινίες, «αποτύπωσαν» το ηχητικό χρώμα της κάθε εποχής και απέδωσαν ενίοτε το κλίμα της εποχής τους.
Μια σχέση σε συνεχή εξέλιξη
Τα πράγματα στη σχέση μεταξύ κινηματογράφου και της λογοτεχνίας μπορεί να φαίνονται μερικές φορές ότι εξελίσσονται «ρόδινα». Αλλά, τίποτα δε είναι απλό σε κάθε σχέση, που υφίσταται σήμερα στη Γη, είτε αφορά στα έμψυχα όντα, είτε «εστιάζει» στα ανθρώπινα δημιουργήματα αυτών και είτε προκύπτει από τη σύνδεση των ανθρώπων με τα άψυχα αντικείμενα.Όλες τις παραπάνω σχέσεις διέπουν οι φυσικοί νόμοι και οι κατασκευασμένοι κανόνες λειτουργίας από την ανθρώπινη νόηση.
Συν τοις άλλοις, η σχέση μεταξύ του κινηματογράφου και της λογοτεχνικής δημιουργίας «διαπερνά» ο κλασσικός ανθρώπινος κανόνας της αγάπης, καθώς και του μίσους.
Λόγου χάριν, πολλοί συγγραφείς αρνούνται ακόμη και σήμερα να δώσουν το έργο τους σε σκηνοθέτες με το επιχείρημα ότι το ένα λογοτεχνικό κείμενο μέσω του βιβλίου παράγει από μόνο του τις εικόνες, τις οποίες «πλάθει» η ανθρώπινη φαντασία με έναν ανεπανάληπτο τρόπο. Αντίθετα, άλλοι δημιουργοί του γραπτού λόγου μαζί με πολλούς σκηνοθέτες διατείνονται ότι η δύναμη και η φωταύγεια της εικόνας μεταφερόμενη μέσω του σελιλόιντ κάνει περισσότερο γνωστή τη λογοτεχνία.
Κάθε πλευρά των δύο καλλιτεχνικών «στρατοπέδων» έχει την άποψή της και καταθέτει ισχυρά επιχειρήματα στη «μάχη» των φιλοσοφικών ιδεών.
Ανεξαρτήτως άποψης, όμως, όλοι οι δημιουργοί στο χώρο της τέχνης θα πρέπει σε αυτή τη διαμάχη να θυμούνται πάντοτε τα λόγια του Γάλλου διανοούμενου και συγγραφέα, Αντρέ Μαλρώ (3 Νοεμβρίου 1901 – 23 Νοεμβρίου 1976), που πρέσβευε:
«Ότι και να δημιουργεί στη τέχνη ο κάθε καλλιτέχνης από οποιαδήποτε σκοπιά-φιλοσοφία ή άποψη, είναι εκτεθειμένος στη κοινή θέα».
Να μη ξεχνούν, δηλαδή, οι καλλιτέχνες ότι η ουσία της κάθε μορφής τέχνης είναι να προβληματίσει τη σκέψη του ανθρώπου στον ελεύθερο χρόνο του.
Αυτό τον ελεύθερο χρόνο που «κατέχει» το κάθε ανθρώπινο ον πέραν της χρονικής περιόδου της εργασίας, όπως εύστοχα έγραψε ο Ιταλός δημοσιογράφος Τζιάνι Τόττι.
Επιστέγασμα και προτάσεις
Προς σε αυτή τη κατεύθυνση μπορούν η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος να κάνουν θαύματα, ώστε στο μέλλον να μας δώσουν μία νέα διάσταση.Άλλωστε, η σχέση λογοτεχνίας και σινεμά είναι διαρκής και αποτελεί ένα συνεχές θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα. Κατά συνέπεια θα πρέπει να μελετηθεί ουσιαστικότερα μέσα από την εκπόνηση μιας μελέτης για την ενίσχυση της σχέσης μεταξύ του εγχώριου κινηματογράφου και της ντόπιας λογοτεχνικής δημιουργίας. που θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να βασίζεται στα στοιχεία της σημερινής Ελληνικής πραγματικότητας προκειμένου να «ανθίσει» ένα μέλλον, το οποίο θα δύναται να περιλαμβάνει:
1.Τη δημιουργία κινηματογραφικών λεσχών σε όλη τη χώρα και την ίδρυση «φυτωρίων» νέων σεναριογράφων.
2.Τη διεύρυνση θεωρητική και πρακτική της κινηματογραφικής μεταφοράς της εγχώριας λογοτεχνίας (κι ιδιαίτερα της ποίησης) στον Ελληνικό χώρο.
3.Τη διαμόρφωση ενός μηχανισμού ιδιωτικής παραγωγής μεταφοράς των λογοτεχνικών έργων επώνυμων ή λιγότερο γνωστών νεοελλήνων δημιουργών στη μεγάλη οθόνη.
Και μια υπόμνηση
Η λογοτεχνία κι ο κινηματογράφος πιστεύουμε πως μπορούν να «αλλάξουν» το κόσμο, στο βαθμό, που τους αναλογεί, ώστε αυτός να γίνει πιο ανθρώπινος, πιο συνεργάσιμος, ίσως και πιο ονειρικός. Ίσως αυτά, να ακούγονται σήμερα λιγάκι ουτοπικά.Οι άνθρωποι, όμως, κάποτε θα πρέπει να απαντήσουν και να «παραφράσουν» τη σημαδιακή ατάκα, που απεύθυνε ο Κλαρκ Γκέιμπλ (1 Φεβρουαρίου 1901 – 16 Νοεμβρίου του 1960), προς τη Βίβιαν Λι στο αριστουργηματικό φιλμ του 1936 του Βίκτορ Φλέμινγκ,«Όσα παίρνει ο Άνεμος» και να πουν: «Δε δίνουμε δεκάρα, αγαπητοί μου».Και να μιλήσουν για τη ζωή, που είναι μία όμορφη περιπέτεια. Να την αγγίξουν, να τη ζήσουν ως και το μεδούλι κι όταν θα βρεθούν μέσα σε μία κινηματογραφική αίθουσα ίσως να θυμηθούν πάλι ότι:
«Ο λόγος κι η εικόνα θα είναι πάντοτε μαζί τους. Φυλαγμένα μέσα στο σεντούκι της καρδιάς τους».
Σχετικά με την ομιλία
Η ομιλία του δημοσιογράφου-συγγραφέα, Νίκου Μόσχοβου με θέμα «Λογοτεχνία και Κινηματογράφος» πραγματοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 στη Λέσχη Κινηματογράφου του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης (ΕΚΘ). Στο παρόν κείμενο περιλαμβάνονται και τα διάφορα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, τα οποία δεν είχαν εκφωνηθεί τότε.
©Νίκος Μόσχοβος 2026

